Footprints on the sand

Footprints on the sand

Αναζήτηση σ' αυτό το ιστολόγιο

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Άρε Μήτσο με τα ωραία σου ...

Ραφήνα Ιουν. 2016 (φώτο Μ.Φ.)
Ραφήνα Ιουν. 2016 (φώτο Μ.Φ.)

Είμαι


Είμαι ο τοίχος της φυλακής.
Κάθε μέρα που περνάει
και μια χαρακιά στο κορμί μου,
    μια χαρακιά στον τοίχο.

Είμαι η άβυσσος.
Ο μόνος που χάθηκε, είμαι εγώ.
Κουβαλώντας στη αγκαλιά μου 
    ένα κουφάρι δέντρου,
- όπως κρατάμε ένα παιδί -
γυρνώ και ψάχνω τη φωτιά της θυσίας,
    μια ιλαροτραγωδία προϊστορική.

Είμαι του καρνάγιου η τελευταία βάρκα
    που σάπισε στην υγρή άμμο.
Μια θάλασσα που βάλτωσε, οι λέξεις μου
    ξαναγυρνούν και με φθείρουν.

Είμαι τ' αχνάρι του φιδιού όταν ελίσσεται,
    τεχνάσματα σε συγκρουόμενα αυτοκινητάκια.
Σπάζω με τρόμο της γνώσης το αυγό
    κι αποκαλύπτεται το Τίποτα να με φλερτάρει.

Είμαι το τερατικό μιας εποχής
    που κατανάλωσε τα πάντα
και βρώμισε με λογική τη φαντασία,
    έτσι, που έγινε ο θάνατος μια ηδονή.

Είμαι η θλίψη, η εφικτή.
Είμαι η ίδια η φυλακή,
εγώ ο ίδιος

     κι ο φυλακισμένος.

14 / 10 / 78

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Νύχτα τ' ανέμου


Ι.
Κλείσε με στα χέρια σου
     κρύψε με στο σώμα σου,
μινιατούρα εγώ, να μην φανούν
     τα λάθη μου τα μεγάλα.

Οδήγησέ με, με τ' άγγιγμα σου
     στους κόσμους σου.
Στ' αγνώστου ας πλανηθούμε το θόλο
όπου, χωρίς αρχή και τέλος
οι έγνοιες μας αναμασώνται :
     πλαγκτόν της ζωής.
Οδήγησέ με.

Περνώντας την ανίατη σύγχυση,
     μετά τις Ερινύες
και στων θεών το κάστρο
ένα πρόσθετο σκαλί,
- κάποτε που φτερουγίζουμε

σαΐτα διπλωμένη,
πάνω από βουνά που γνωρίσαμε
μόνο στο χάρτη -
εγώ σάτυρος και 'σύ αμαζόνα,
     κοίτα :
πως παλεύει η ζωή
να επιβληθεί,
     μέσα στον έρωτα.

ΙΙ.
Έλα πάλι και πάρε με, πάρε με,
     σκίσε μου το πουκάμισο - καίγομαι ...
Μέσα στο στήθος μου αναβλύζει
     μια κοσμική φωτιά.
Βύθισε τα χέρια σου μέσα μου,
     ανέσυρε τον έρωτά μου,
από τούτη τη λάβα
     γεννιέται η ζωή
και κυλάει στη φλέβα η αγωνία.

Δώσ' μου τα χείλη σου ξανά,
στοιχείο που συντελεί σαν θάλασσα
     στην ένωση των ηπείρων.
Ανακάτεψε το δάκρυ, το αίμα,
     το σπέρμα, το σάλιο ...
από τούτα τα απλά,
     ξεκινούν οι φιλοσοφίες.
Τυλίξου επάνω μου
     αρχαία περγαμηνή - γυναίκα
και τύπωσε στο σώμα μου
     τα μυστικά σου.
Τώρα που ένας "άλλος" υπάρχω,
     κομματιασμένος από 'σένα.

Δες την έρημο
πως πρασινίζει και βλασταίνει,
με χάδια και λέξεις
     σάρκα και ψυχή
κι ανάμεσά τους, αυτό το πάθος,
     π' εκρήγνυται
σε τέχνη και τεχνική ...

ΙΙΙ.
Τώρα η ζάλη
γυρίζει τον κόσμο,
     καρίνα καραβιού στο κύμα.
Σωπαίνει ο χρόνος
     βραδένει, νεκρώνεται.
Ο λέξεις μου καίγονται
σαν απόρρητες στον κλίβανο,
- φοβάμαι να τις ξαναπώ -
γίνομαι γατί τρομαγμένο
    
σε λεωφόρο.

Σταγόνες ξεπηδούν,
     ο ιδρώτας στο σώμα μου,
φιλούν τα χείλη σου
     σαν νά 'ταν δάκρυ.
Κλείνω τη σκέψη
     όπως παράθυρο
κι ακούω τα φτερά σου
να κτυπούν στο τζάμι
     που 'χω για θωράκιση
εκεί, στο μυστικό
    "εγώ" μου.

IV.
Χορεύω τώρα ...
Κυριακή σε αμφιθέατρο.
Γίνομαι σύνθημα δυσανάγνωστο
     γραμμένο στα μάρμαρα.
Γίνομαι οχλοβοή
στην αγορά των αρχαίων
     με τους δημαγωγούς της.

Ύστερα βουβός, κουλουριασμένος,
στην άμυνα του φόβου
     εμβρυοτρόπως,
στο σκοτεινό δωμάτιο
     βουλιάζοντας,
στο κόκκινο φως π' αναβοσβήνει
- της ρεκλάμας
     του απέναντι ξενοδοχείου -
ξέρω :
     με κοιτάς διακριτικά ...
Κάτι δεν πάει καλά
     σ' αυτήν την ιστορία.


V.
Είναι τα ξεθωριασμένα χρώματα
     της σινικής μελάνης
τ' ανοιγμένου βιβλίου,
     επάνω στο τραπέζι.
Από κόμικς οι εικόνες
     που 'ναι χωμένες στη ζωή μας.
Έρχονται, μας περιπαίζουν, χάνονται ...
κι είναι σπαθί που ξέφυγε
     και με καρφώνει.
Λέϊζερ που σε κτυπά
     και λιώνεις.

Τώρα τα μάτια σου
έχουν κάτι από προσμονή
σαν κάποια που ξεχάστηκε
     κεντώντας στο μπαλκόνι.
Μάρκο ! μου φωνάζεις
     κρεμασμένη εκεί ...
(θυμάμαι τον τρόπο που διπλώνεσαι
     στα χάδια μου παραδομένη)
Μάρκο, πως βρέθηκα εδώ ?

Μια κραυγή με διασχίζει εσωτερικά.
(αυτή τη νύχτα, ο άνεμος ...)
Δεν θ' αποφύγουμε την καταιγίδα.
Δεν έχω φωνή,
     δεν έχω χέρια
          δεν θα συνέλθω ...

Σώζεσαι μόνη σου
     και δεν μου το συγχωρείς.

VI.
Ένα προβληματικό παιδί
καταλήγει πάντα
     σε ψυχασθενή νέο ?
Πιάσε το χέρι μου
     εξέτασέ με.
Γιατί η επικοινωνία
     μας σκαρώνει παιχνίδια ?
Το μαχαίρι καταλήγει στη πληγή.
Είναι το μονοπάτι που το ξέρουν όλοι.
Αυτοκριτική, εγωισμός
     και ματαιοδοξία.
Αν είναι να τρελαθούμε
     ας γίνει τουλάχιστον με στιλ.

Τώρα πέσ' μου το πάζλ 
που πρέπει να ταιριάξω,
     για να φανερώσω το σκηνικό.
Υπάρχουν κουβέντες
     που πραγματικά είναι χωρίς νόημα ?
Πιάσε το χέρι μου.
Οδήγησέ με.
Φανέρωσέ με
     καθώς σε φανερώνω.
Οι κανόνες δεν είναι προϋπόθεση
για να ζεις ...
     δεν είναι καν ζωή.

VII.
Υπάρχουν μέσα μας φωνές
     που δεν είναι δικές μας.

Σαν κασετόφωνο στο τέρμα
     σπάει ο ήχος
στους άσπρους τοίχους
     ζωγραφιές και βίντεο.

... τάστα, χορδές, πλήκτρα, μπακέτες,
κλειδιά, δοξάρια, στήθια, μάτια,
ποτήρια, χείλη, μπουκάλια, φλόγες,
κέρματα, ρόδες, εσώρουχα, χέρια ...

Πέφτουν στην άσφαλτο
     σωροί οι εικόνες.
Πέφτει στο πάτωμα
     η ζωή ξερνοβολάει.
Όσα δώσαμε, όσα πήραμε,
     όσα χαθήκαν.

Σπάζει το όνειρο
     επόμενο ήταν.
Στη νύχτα τ' ανέμου,
ζαρώνει το σύννεφο
     λέει να βρέξει ...

Οι φωνές μας γίνονται
     προσταγές που ματώνουν.
Και πόσο βρωμάει
το σάπιο μου σώμα
     μέσ' το κοχύλι ...


VIII.
Ποιός είμαι τώρα
     ποιός ρυθμός ?
Οι καθρέφτες δεν λένε πάντα
     την αλήθεια.
Τις μέρες που γλύφει η σιωπή
     το πρόσωπό μου
η οργή μετουσιώνεται στο φάρυγγα :
     κραυγές.
Παλεύω στα σεντόνια,
     πνίγομαι στη ψεύτικη θαλπωρή.
Πεθαίνει το ζώο
     στο πρώτο φως της αυγής.
Το ξημέρωμα φαίνονται πιο πιστά
     οι αδυναμίες μου.

Σε κοιτώ τώρα:
Πρόσωπο χωμένο στα χέρια,
αναπνέοντας ακόμη τους καπνούς
     από την χθεσινή μας μάχη.
Ποιός είμαι τώρα
     ποιό είδος ?
Το ερώτημα στροβιλίζεται
     σε βασανίζει.
Κορμιά τσακισμένα.
Απορία και φόβος.
Κι οι καθρέφτες δεν λένε πάντα
     τη αλήθεια.

IX.
Τώρα με βρίσκεις ξέπνοο
     ανάμεσα στα στήθια σου.
Πάνω στο στρώμα, παίζεται πάντα
     το προαιώνιο δράμα.
Στου ορίζοντα τ' απέραντο
     είναι η ευτυχία.
Ποιός την ορίζει ?

Στον έρωτά σου
     διαθλάται το φως μου.
Θέλω αιώνες να φτάσω
στις όχθες αυτές,
     της αγνότητας.
Σπίρτα στην άμμο
     οι λέξεις μου καίγονται.
Κτίζω φραγμούς
     και τους γκρεμίζω.
Κρυώνω, αγάπη μου
     στον πόνο των αντιθέσεων.
Είναι ο άνθρωπος
     που δολοφονείται
μέσα στην φυλακή του, καθημερινά,
     εγώ κι εκείνος ...
Στην προσευχή σου, αγάπη μου,
     συγχώρα μας, εμένα.

Κλείσε με στα χέρια σου
     κρύψε με στο σώμα σου
μικρός εγώ,
να μη με δουν
     οι εφιάλτες μου.



18/3  &  11/8/83
Μια απολογία, στην Μαρία Δ.

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

Φάρος


Δεν μπορώ να κάνω κάτι
   για την ανυπαρξία σας ...
Δεν μπορώ να κάνω κάτι
   για την τυφλότητά σας ...

Εγώ φέγγω.
Αυτός είναι ο ρόλος μου.
Αν δεν βλέπεις μέσα σου ...
    δεν βλέπεις και τον ύφαλο.

Εγώ φέγγω μια στιγμή ...
(που περνά και ξαναπερνά απ' τα μάτια σου).
Το δες ... Δεν το' δες !

Δεν είναι εγωιστικό !
Εγώ σου φέγγω ξανά και ξανά ...
Αυτός είναι ο ρόλος μου
   και τίποτ' άλλο. 

5 / 10 / 17

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

Εξ άνωθεν, προς τα κάτω, υπό γωνίαν ..

Θάσος Αυγ. 2016 (φώτο Μ.Φ.)

Διαπίστωση


... όσο μεγαλώνει το στάχυ,
τόσο κι ο φόβος του
     μη σπάσει.


29 / 6 / 82

Γιαταγάνι (*)



Την πέτρα σπάσε και δες με
     αχνάρι από φύλλο προϊστορικό.

Μια παρωδία η μουσική, το χάδι,
     τα μάτια σου, με καθηλώνουν.
Πιάτα του τοίχου με γκραβούρες.
Έρημος αραβική
     μέσα στο σκουλαρίκι σου.
Σήμερα που πίνω ερωτισμό
     σε ποτήρι κολωνάτο.

Δες με που φλερτάρω,
το γιαταγάνι αυτό
     που κρέμεται στον τοίχο
κι ύστερα "Μη" !
     άπελθε πειρασμέ ...

Δες με που κρατώ, που παίρνω,
     τα βυζιά στα χέρια
τ' αγάλματος, στη μέση της πλατείας
κι ύστερα "Μη" !
     μη μας μαζέψουνε ...

Πολλαπλασιάζεται η φωνή μου
     αντήχηση σε χαράδρα.
Αντανακλώμενα ηχεία
     στα ετοιμοθάνατα αυτιά μου.
Θέλω να σ' ακούσω
     μα δεν μπορώ.

Κουτρουβαλιές στην άμμο
μεθυσμένη η μνήμη, με στενεύει
     σαν από ρούχο παλιό.

Δες με στο φεγγαρόφωτο
     αποξηραμένη μπύρα στο μουστάκι.
Χορεύουν στα σκουπίδια οι γάτες
     - νυχτερινή κραιπάλη.
Ήθελα τα χείλη σου
     μα έχεις φύγει πάλι ...
Ήθελα στον έρωτά σου να πνιγώ.

Δες με τώρα πως φοβάμαι το σκοτάδι,
τρομάζει κι ο ήσκιος μου, στις σκιές
     κι αργεί να ξημερώσει.
Σπάω μπουκάλια στην άσφαλτο
     να ξεθυμάνω, να ξυπνήσω ...
μα δεν φανερώνεται ούτε δειλά
     η περίφημη πραγματικότητα.

Διάβασε με.
Μυστικά των χρωμάτων στ' άγγιγμά μου.
Με δέχομαι καμιά φορά απλά και μόνο
     επειδή κοστίζω στους άλλους.

Ιερό τέρας των παραισθήσεων.
Θάλασσα πληρωμένη με ναυάγια.
Μαζεύω διακριτικά σωτηρίας
σε χρόνους υπόγειους
     κι ψυχή μου δε σώζεται.

Χαμαιλέοντας δες με,
π' ανεβάζω τ' αερόστατο
     με τα διαφημιστικά σλόγκαν.
Ξεχώρισα πολύ (θέ’ μου), σαν άσπρο γάντι.
Ξεχώρισα, δες με ...
     Περιθώριο.


 19 / 5 / 82    (*) παλιό καφέ-μπαρ στην Κω

A priori


Στα χέρια του Έρωτα,
χασκογελούν
μονάχα,
     οι ανόητοι.


5 / 11 / 87

Εν γνώση των συνεπειών


Ι.
Ω, η νεαρή ηλικία των γυναικών.
Όλο χαρά και σκέρτσο,
όταν ανακοινώνεται στον πίνακα αποτελεσμάτων
     η εμπορική τους αξία
κι όταν λιμάροντας τα νύχια,
μιας τίγρης προετοιμασία
     για το ρεσάλτο στη ζωή.

Ω, η νεαρή ηλικία των αγαλμάτων
     από λευκό Πεντελικό μάρμαρο
κι ύστερα μαύρα, μέσ' το χρόνο
άγιες - μανάδες σε μια κουνιστή πολυθρόνα
     να μας κυβερνούν.

Ω, η νεαρή ηλικία του γυρίνου και της κάμπιας
     πριν και μετά την μεταμόρφωση
κι όλη η ιστορία των βυθισμένων τους ερώτων,
στη σκέψη ενός δύτη - αναγνώστη,
μέσα στων περίτρανων ιστοριών αγάπης
     το γενικό "μελό".

Ω, η νεαρή ηλικία της κορδέλας
και της άσπρης καλοκαιρινής πουκαμίσας
     σαν μεγαλώνουν χορεύοντας το τσιφτετέλι
μ' όλες τους τις νευρώσεις κλειδωμένες σ' ένα βλέμμα
να σπέρνουν άλλοθι - παιδιά
το πρώτο εισιτήριο ένταξης κοινωνικής
     σε μια ζωή που τόσο λίγο την γνωρίζουν.


ΙΙ.
Ω, η νεαρή ηλικία του ασβέστη
και των απορρυπαντικών που τα κάνουν όλα άσπρα
     κι όλη η μανία για γλυκίσματα
τηλεφωνώντας στους ραδιοσταθμούς τα πρωινά
με μια λογική σαύρας,
- σκαρφαλώνοντας στους κισσούς -
πως θυσιάζονται στο βωμό - κρεβάτι
μ' όλη τη φρίκη μιας κουρτίνας δαντελωτής
     φτιαγμένης "εξ ιδίων".

Ω, η νεαρή ηλικία των πυροτεχνημάτων
     όταν εκείνα σκάνε μ' εντυπωσιασμό
κι όλη η όρεξη για γνώση σε βαθμό σαπουνόπερας,
με εγχειρίδια, συμβουλές και συνταγές διαίτης
κι όλο το φιάσκο του φεμινισμού μαζί
     μέσ' ένα μίξερ στο κεφάλι ...

Ω, η νεαρή ηλικία των φιλιών
     σαν του αυγού το κέλυφος όταν σπάει
κι αποκαλύπτονται κατ' απ' τα μεταξωτά εσώρουχα
φιλόζωες νοικοκυρές, κατά φύσιν πωλήτριες,
     έτσι που περνά όλη τους η ζωή, σ' ένα καθρέπτη.

Ω, η νεαρή ηλικία του μπιζελιού και της μπάμιας,
     κουλτούρα αθάνατη στης κουζίνας τον ναό,
όταν με τέχνη κολλάνε το μακαρόνι στα πλακάκια, 
     αντίδραση και χρησιμότητα,
φιλοσοφία του βότσαλου στη λίμνη,
αυτά τα κύματα - οργασμοί, που σβήνουν στην ακτή,
     έχουν πάντα ημερομηνία λήξεως.


ΙΙΙ.
Ω, η νεαρή ηλικία του σφουγγαριού,
     το χωνευτήρι των εικόνων της ανθρωπότητας
μ' ένα Χριστό αγκαλιά (προστάτης κι αυτός)
τον έρωτα που ήρθε απ' το διάστημα
- δανεική φαντασία -
για όλες αυτές τις χαριτωμένες καρδιές
     με την συναισθηματική τους φτώχεια.

Ω, η νεαρή ηλικία των γυναικών
     μ' όλη τη τάση για προνόμια, χωρίς υποχρεώσεις,
αιώνες έφηβοι - φετίχ και παραδόσεις
μέσα στις φυλακές που διάλεξαν να είναι
εκεί κι εγώ, αθεράπευτα μαζί τους
     από πάντα και για πάντα ν' αγαπώ.


2 / 6 / 88

Passaggio (*)


Ανάμεσα στον έρωτα
     και την φυλακή του,
ανάμεσα στο όνειρο
     και το γυμνό κορμί της,
μια κόκκινη σαΐτα η καρδιά μου
πετάει και σχίζει
     το θόλο των μύθων.

Ανάμεσα στων εκδηλώσεων το χορό,
     μια πιρουέτα ο φόβος.
Βίβλος αναπνοών που κορυφώνεται,
με ρεζερβέ στο θάνατο
     και οίστρο για ζωή.

Ανάμεσα στο ένστικτο
     και τη συνείδηση,
ανάμεσα στη φωτιά
     και το πέταγμα στα ύψη,
ένα παιδί η ύπαρξη μου, 
     τρεχάτο,
ζωγραφίζει τριγύρω
     με σωληνάρια πόθων.


23 / 7 / 88  
(*) πέρασμα      

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ανθρωπολογίας μάθημα τελευταίο


... ύστερα γίνεσαι παιδί.
Κρύβεσαι στα σπιρτόκουτα
σαν τα κουκλάκια
και είναι η άγνοια του ανέμου
που σε κάνει να δεχτείς,
     δωμάτια από χαρτόνια.

... ύστερα γίνεσαι έφηβος.
Χορεύεις μέσ' τα χρώματα
των ονείρων, των ερώτων.
Σου υπαγορεύουν τη ζωή
π' αγγίζεις μ' αθωότητα
και ξυπνάς με πόνους ενοχής.
Χρόνια της πεποίθησης
     πως εσύ έφταιγες.

... ύστερα γίνεσαι ώριμος.
Χτίζεις με τοίχους στέρεους.
Χωρίζεις μέσα - έξω.
Μπαίνεις στης επιβίωσης
τα σοβαρά παιχνίδια.
Μαθαίνεις τα συμφέροντα,
το θάνατο, το φόβο.
Κι είναι η σύγκριση
     το δεύτερο σου επάγγελμα.

... ύστερα γερνάς 
και είναι πια αξίωμα,
     τα όρια τ' ανθρώπου.
Κρύβεσαι στο κρεβάτι σου
κι ονειρεύεσαι,
δωμάτια από χαρτόνια,
    τότε που ήσουν πιο σοφός.


25 / 11 / 82

Βιολέττα


... έτσι μια μέρα η φαντασία μου πλανιόταν
γύρω απ΄τη μορφή σου,
σαν δύνη ή σαν κουβάρι
σαν αχτίδες στην υγρασία ενός φύλλου,
ή ακόμη σαν ποτάμι,
     βγαλμένο απ' τις παλάμες σου
κι ήθελα θυμάμαι, να σε ξεχωρίσω,
(να σε χαρτογραφήσω),
όπως τα στάδια της μέρας, απ' τον ήλιο
καθώς στεκόσουν ηλιοκαμμένη, ορθή,
σ' ασβεστωμένο τοίχο,
ή γυμνή, κουρνιάζοντας, στ' ακρογιάλι
να συλλογιέσαι, μετά τη βροχή,
ουράνιο τόξο π' έμελλε
για φόντο των φιλιών μας,
στιγμή που ο έρωτας,
τραγούδια, αποσπάσματα,
ενός χορού πρωτόγονου
για να μας περιγράψει,
- ένα σενάριο γκροτέσκο -
πλεγμένοι αγκαλιαστά,
     στο γκρο-πλαν,
γύρω από τεράστιο κοχύλι,
σαν μέλισσες θυμάμαι, να βουίζουμε,
μέσ' τον λαβύρινθο του
     ένα πρωί ...


... ξημέρωμα, με νυσταγμένα μάτια
που η μορφή σου παιχνίδιζε υποθετική,
σε προοπτικό σχεδίου, με κάτοψη και χρώμα,
κι ήσουν μυστικό διπλωμένο στο τσεπάκι,
     μην χαθείς,
γέρνοντας το κεφάλι,
σαν ιβίσκος στα σκαλοπάτια
με την αγκαλιά σου ανοιχτή, σαν ουρανός
όταν χαμογελούσες μαζί μου,
     καθώς εγώ,
μικρή τροχιά, τα χέρια μου,
     να ! δικά σου !
ήλιος γινόμουν, που προσμένει
στην πίσω του σπιτιού αυλή,
σαν συγγενής να σε παινέψει,
     να σε ζεστάνει,
όταν οι λέξεις :
σελίδες παλλόμενες στον αέρα,
     θορυβώδεις,
διάφανες ελπίδες προκαλώντας,
παλεύοντας την αγάπη
και νίκες και υποταγή,
κι ύστερα πάλι τρεχάτοι,
με δυσκολία στους αμμόλοφους,
τσουλήθρα οι σκέψεις, αυθόρμητες,
παιχνίδι η ζωή
     σε τέσσερα χέρια ...


... κι ήταν τα βήματα στις λάσπες
μετά τη βροχή,
     καθώς θυμάμαι,
άσχημοι και οι δυό,
αγάλματα κακοφτιαγμένα εν κινήσει,
καθώς σε έφερνα εμπρός μου,
στην μια στιγμή,
τα μάτια σου στα δικά μου
και σε ήθελα πάλι
μοιρασμένη στα κύτταρα μου,
ανθρώπινο έρεισμα σαν τον φόβο
έτσι που γονατισμένοι,
     να μην τις δούμε,
μαύρες σκέψεις
απ' της ζωής το δάκτυλο ξεχωρισμένες,
σαν φουλάρι στα μαλλιά, να ανεμίζει
ξέπνοοι, αποκαμωμένοι και βουβοί,
     τότε που δεμένους μας βρήκε το πρωί
μέσα σε νέες έννοιες, αφηρημένες
που σβήναν ξεθωριάζοντας
     στη θάλασσα ...

... εκείνη τη μέρα ...
που η φαντασία μου πλανιόταν
     γύρω απ' τη μορφή σου ...


14 / 6 / 82   Κως - Στην Β. Σ.  

Εκεί που έκανε τα μπάνια του ο Κουφοντίνας ...

Αγκίστρι - Αίγηνα Αυγ. 2015 (φώτο Μ.Φ.)

Θα πάρω μια ψαρόβαρκα, το μωρό μου ...

Αγ. Θεόδωροι Ιουν. 2010 (φώτο Μ.Φ.)

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Pieter Bruegel

Ένας από τους αγαπημένους μου ζωγράφους είναι ο Pieter Bruegel, δείτε μερικά από τα έργα του.  
Πατήστε πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση ...