Όσες γλώσσες κι αν υπάρχουν όσες διαλέκτους κι αν εφεύρουμε για να διαχωρίζουμε το "εγώ" μας πάντα θα υπάρχουν δυό, που θα τις καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι, από καταβολής κόσμου. Είναι η γλώσσα της μουσικής κι η γλώσσα της αγάπης. Να το μήνυμα "της γενιάς των λουλουδιών". Το αν άλλα, έγιναν μετά ... είναι μια "άλλη" σκοτεινή ιστορία, στην ανθρωποφάρμα !!!
Άκου τα φύλλα ... ο άνεμος ... Μερικές φορές η φύση ... Άκου τη σιωπή, έχει έναν ξεχωριστό χαρακτήρα. Άγρια σκίτσα των κυμάτων, χορός στην προβλήτα. Σκοτεινό αίνιγμα το κάστρο. Φάντασμα του παρελθόντος. Αχτίδες φεγγαριού, παραμορφώνουν τα πάντα. Επιβλητικό μαύρο κι ασημί και τόνοι ενός γελοίου κίτρινου.
Άκου ... Τίποτα. Κραυγές και θροΐσματα. Χαλασμένο γραμμόφωνο η συνείδηση. Μερικές φορές η φύση σου ... Ύπαρξη στη σιωπή. Ψυχρολουσία. Άκου ... Φύλλα που παρασύρονται. Άκου τη σιωπή, έχει έναν ξεχωριστό χαρακτήρα. Σσσσ ... Τίποτα. .................................. Μια βάρκα βυθισμένη χωρίς όνομα. 4/ 11 / 82
Δεν είναι που δεν βρίσκεις έναν ίσκιο να καθίσεις όταν ή μέρα ... ή ένα αμάξι να σε πάρει μ' auto-stop όταν η νύχτα ...
Σε ξεγελάνε τα ποδήλατα, με χαμόγελα οι παραθεριστές και δεν πολυ-δίνεις σημασία, τις τρομαχτικές ώρες της νύχτας για τα ποντίκια στη λεωφόρο τους όγκους των σκουπιδιών που άφησε η μέρα ...
Είν' η ανάμνηση του έρωτα πριν λίγο, που δεν σ' αφήνει να σκεφτείς, την ιστορία ενός σπασμένου μπουκαλιού μπύρας, κομμάτια στην άσφαλτο η χώρα τούτες τις φορές που την μισείς. 10 / 8 / 82 Κως (*) Διευκρίνηση: Στην Κω το μπουκάλι το λένε μποχάααλι. Εξ 'ου και το παρατσούκλι.
Ο Τζίμης Πανούσης ήταν και είναι (στην μνήμη μας πια), ένα ξεχωριστό κεφάλαιο από μόνος του. Όσα σχόλια και να κάνω δεν πρόκειται να καλύψω την τεράστια προσφορά του στην σάτιρα και το Ελληνικό τραγούδι. Θα πω μόνο πως ήταν ένας μεγάλος αμφισβητίας (κι όχι ένας μεγάλος χίπις όπως είπανε τα κανάλια της χώρας μας), ένας ντροπαλός επαναστάτης, ένας που "έκαιγε" όλες τις ακρότητες της κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα (μέχρι το τέλος) είχε τις αρχές και τα όρια του ΑΝΘΡΩΠΟΥ (με κεφαλαία). Δεν "κώλωσε", δεν "μάσαγε", δεν μοιρολατρούσε. Ένας σύγχρονος Αριστοφάνης και όχι μόνο. Θα τολμήσω να πω, πως κάποιοι άλλοι το "παίζανε" επαναστάτες (βλ. Σαββόπουλο), μα άλλοι θα μείνουν στην Ιστορία, ακριβώς γιατί "πατήσανε επί των τύπων των ήλων". Και εδώ ανοίγω ένα μεγάλο θέμα, για την τέχνη ... Ο Τζιμάκος πατούσε πάνω σε ΞΕΝΑ κομμάτια για να κάνει την σάτιρά του (χωρίς να το κρύβει), ο Διονύσης (εξ αποδείξεως πια) κατάκλεψε τα πάντα. Αυτά για μας που μεγαλώσαμε, με την περίφημη γενιά του πολυτεχνείου (και βγήκανε διαμάντια και σκατά ταυτόχρονα) και που γράφουμε ακόμα την δική μας ιστορία ... Τζιμάκος για πάντα (Σύντοφοι καταναλωτές) ! Διαχρονική αξία !! Τέλος. !!!
Ο νέος χρόνος, μας μπήκε με πολλές απώλειες ... (από τα χαμένα δικαιώματα ως τις χαμένες ελευθερίες και τα χαμένα οικονομικά ως το χαμένο τρόπο ζωής μας και τα χαμένα χρόνια μας) ... Εντάξει το παλεύουμε και θα ζήσουμε ... Κάποιοι όμως που έφυγαν θα μένουν (έτσι κι αλλιώς) στην μνήμη για πάντα ! Αν μη τι άλλο, είμαι πολύ νευριασμένος που ξανάρχεται στην επιφάνια το ΓΙΑΤΙ .... Γιατί όλοι οι μεγάλοι (και γνήσιοι) καλλιτέχνες φεύγουν νωρίς ? Γιατί δεν ψοφάνε πρώτα όλα τα καθίκια ... να καθαρίσει ο τόπος ? Ένα μικρό αφιέρωμα εις μνήμην ... Γιατί οι αξίες μένουν ... Τα υπόλοιπα είναι τα σκουπίδια του (από πάντα) συστήματος ... Κι αν ψάχνετε κάτι κοινό σ' αυτούς τους δύο ξεχωριστούς καλλιτέχνες (που δεν έχουν καμμία σχέση ο ένας με τον άλλον), να σας θυμήσω ότι και οι δύο μιλούσαν για τα ζόμπι. Τους ζόμπι ανθρώπους. Τίποτα άλλο ...
Αβέβαια Βήματα Για Δω Είναι Ζωή Ή Θηλιά; Ίχνη Καταδικασμένου Λόγου Μήπως; Να ! Ξύνει Ο Πόλεμος Ρωγμές Στα Τείχη (της) Ύπαρξης. Φωνές Χιροσίμας Ψάλλουν Ωσαννά ...
Δίναμε μπουκιές στα σπουργίτια, (απ' το κουλούρι μας) δίναμε μπουκιές στα σπουργίτια, φρενάροντας έτσι, τη δίνη των λόγων, ξεγελώντας πως κάνουμε κάτι ...
Ήταν τα αισθήματα περίσσια πλεξούδες απλωμένες χρυσαφιές στα γυάλινα χωράφια των ονείρων μας. Μπουκιές στα σπουργίτια κι ένας Ρεμπώ που κελαηδούσε όλο το γενάρη μέσ' τη σκέψη: "ευγενικές φιλοδοξίες".
Δίναμε μπουκιές στα σπουργίτια, γεμάτοι ντροπή κι ενοχές. Δίναμε μπουκιές στα σπουργίτια, γιατί δεν είχαμε για τους ανθρώπους. Ιανουάριος '79 από τα "Χρόνια του χαρταετού"
Όμορφη νύχτα γιορτινό το σπίτι στολισμένο και το πιάνο στη άκρη, που δεν ακούστηκε σήμερα ... Πιο δυνατά η τηλεόραση.
Όμορφη που' σαι σήμερα μιλώντας μου με βλέμματα τώρα που θέλω ένα σου φιλί, όχι, όχι στο στόμα ... στό μάγουλο, σαν φίλοι. Γιατί σε θέλω, σε θέλω φίλη, γυναίκα, αδελφή και αιώνια ύπαρξη μου μαζί.
Όμορφη νύχτα γιορτινή με τα λαμπιόνια στο δέντρο ν' αναβοσβήνουν μέσ' τις φωνές μας, πάνω στη τράπουλα, τα κέρματα, τα ποτά, εγώ σε θέλω είτε χάσω, είτε κερδίσω.
Όμορφη νύχτα γιορτινή και το πιάνο στη άκρη, που δεν ακούστηκε σήμερα. Πιο δυνατά η τηλεόραση. 1 / 1 / 81 Κάτω Πατήσια
Κορυδαλλός, διασταύρωση (Ταξιαρχών & Αθηνών, τώρα Γρ. Λαμπράκη). Η παλιά μου γειτονιά. Μια σπάνια φωτογραφία ! 1960 ακριβώς, μόλις είχα γεννηθεί. Ελάχιστα αυτοκίνητα, δίκυκλα, τρίκυκλα, άμαξες με ζώα και τα παλιά λεωφορεία με τις στρογγυλές γωνίες ... Στη γωνία δεξιά η Εθνική τράπεζα δεν υπήρχε καν και πίσω της τίποτα. Διακρίνω όμως το βιβλιοπωλείο του γέρου Κόκκαλη δεξιά και τα 3 περίπτερα που υπάρχουν ακόμα. Η Αθηνών (Γρ. Λαμπράκη), θυμάμαι σαν παιδί, ήταν το όριο. Απαγορεύονταν να την διασχίσουμε, γιατί ... θα μας πατούσαν τα αυτοκίνητα. Έτσι περιοριζόμασταν στην Ρόδου (νυν Στ. Καζατζίδη) ένα στενό πρίν. Ανάμεσα στο βιβλιοπωλείο του Κόκκαλη (δίπλα του δεν είχε τίποτα, ήταν μάντρα με πέτρες) και στο μανάβικο του Σαλίχου (μετά που τελειώνει η φωτο δεξιά). Ωραία χρόνια ... αναμνήσεις απ' την δική μας Αλάμπρα ... έτσι που λέω να συνεχιστεί κι αργότερα ... το "όλον" κείμενο ...
Μίλα μου για τη σελήνη, τις μπουκαμβίλιες, τον αφρό των κυμάτων και τις κληματαριές του καλοκαιριού, όσο εγώ θα γίνομαι ορειβάτης στη ρόγα του στήθους σου.
Άσε τον άνεμο να σε παρασύρει σαν γύρη από κυκλάμινο την ώρα που μέλισσα εγώ, χαράζω πάνω στο σώμα σου τα δικά μου αυλάκια τρυφερότητας.
Πες μου μια ιστορία για την ανακάλυψη της φωτιάς, τον έρωτα δυο αγνώστων στις φυλακές της ύπαρξης, ή για τον τρόπο που κυλάει ένα ποτάμι και φέρνει ζωή σ' ένα χωριό που πεθαίνει από ξηρασία.
Μη με πιέζεις να μιλήσω. Θέλω μονάχα να σ' ακούω. Τώρα που ξεχειλίζω από εσένα και το ημίφως φτιάχνει πτυχές ανεξερεύνητες, πάνω στο κορμί σου, μίλα μου. Μίλα μου εσύ ...
Πες μου το μυστικό σου όνομα, αυτό που έχεις καταχωρηθεί στους αστερισμούς, ίσως και νά 'μαστε γειτόνοι σ' αυτόν τον ουρανό της νύχτας. Σφάλισε τα χείλη πάνω στα δικά μου, έτσι όπως κλείνουν οι πύλες οι βαριές των κάστρων και προφυλάσουν μέσα θησαυρούς και όνειρα και νά 'ναι σε μάκρος το φιλί όπως η λέξη: σιδηρόδρομος.
Όταν χαμογελάς, χαράζει ο ουρανός καινούργια μέρα.
Μίλα μου για τους ανθρώπους όσο μεθώ μέσ' στ' άρωμά σου, και γίνεσαι Πυθία και Αθηνά μου και μου μαθαίνεις ιεροτελεστία κι ωριμότητα στα χάδια, έτσι συνέχισε, συνέχισε ... Πες μου και γι' αυτές τις "άλλες" ιστορίες, που βλέπω, μέσα στα γελαστά σου μάτια, έτσι όπως με δαγκώνεις σαν γατάκι και θέλω να σου κάνω παρέα στα κεραμίδια, έτσι που παλεύουμε μαζί γύρω απ' το ψαροκόκκαλο, ποιανού θα γίνει κτήμα αυτός ο έρωτας ...
Μίλα μου για τη σελήνη, εγώ εξαντλήθηκα. 28 / 9 / 88 Στη Μανίνα Π.